Tag Archives: poetry

Love guppy

You mean all the world to me.
Without you I can't be free.
You make me pant considerably.
You're my love guppy.

You have the finest rosebud's taste.
Without you my life is waste,
I'll stick to you like Elmer's paste.
You're my love guppy.

I'd break through a citadel.
I'd fight with a raging bull,
Though winning would seem improbable.
You're my love guppy.

My love's as strong as the mid-ocean ridge.
You shine like the rainbow bridge
or like that light inside my fridge.
You're my love guppy.

For you I'd consume haggis,
or lose the joys of Bacchus,
or live in sin with Mike Dukakis.
You're my love guppy.

No time's too long for me to wait.
For you, I'd fight against Fate,
though maybe you could lose some weight,
You're my love guppy.

Without you, I'd be not whole,
I would have to sell my soul,
or gulp a quart of Tide-E-Bowl.
You're my love guppy.

My passion is always mounting.
I'm like a geyser founting.
Well, maybe not, but who's counting?
You're my love guppy.

The love that is the more intense
always has the most silence,
like quiet bursts of flatulence.
You're my love guppy.

I know that my love is true.
I know that you'll love me too,
or I'll hold my breath 'till I turn blue
You're my love guppy.

I'd not forget you if I tried.
You make me all warm inside.
My love's as pure as Naugahyde.
You're my love guppy.

Then I hear the words let slip
From betwixt impatient lips,
``I want to have a relationship.
You're my love guppy.''

Love Guppy by Sam Jones

Η τελευταία λέξη

Ήθελε πάντα να έχει τον τελευταίο λόγο,
σαν του ψαριού στο δίχτυ τον τελευταίο ρόχγο.
Δεν κατάφερε παρά μόνο να διώξει
δυο μισόλογα
πίσω από τα χρυσά δόντια
μαζί με σάλια, πύον και σάπια αναπνοή.
“Μη φύγεις”, έβρισε.
“Φύγε!” ικέτευσε
και μεταμορφώθηκε σε περιστέρι
με σπασμένο φτερό.
Η ανάμνηση της κόρης έγινε
κοκάλινη οπτασία στο βλέμμα του
Και τότε -έτσι απλά- μαύρισε.

Σοφοκλής Λύμπος
(Από τη Συλλογή “Γουόκ,ραν”)


Ααρών! Θυμάσαι τον
Αβραάμ που νόμιζε ότι θα γίνει
Άγιος; Πίστεψε ότι κανένα από τα
Αδέρφια του δε θα τον βοηθούσε.
Αέρας από το Σύμπαν γεμάτος
Άζωτο κι Οξυγόνο μπήκε στα πνευμόνια του.
"Αήθης εποχή" σκέφτηκε και βιάστηκε να τρέξει προς την
Αθανασία, μόνος, σαλεμένος.
Αιρετικές σκέψεις τον κυρίευσαν, τον έκαναν να μείνει
Άλαλος στο μέσο της ερήμου.
Αμετακίνητος στο όραμα που τον ταλάνιζε, κινήθηκε
Αντίθετα σε αυτό που του έλεγε η καρδιά του
Άξεστα βρίζοντας κάθε στιγμή την
Αόρατη συνείδηση που τον έψεγε.
Απομακρύνθηκε προς την κορφή
"Αύριο", είπε, "θα λυτρωθώ"
Αφόρητη ζέστη τον καθυπόταξε
Αχαλίνωτο πάθος τον μετέτρεψε σε κτήνος
Αψύ και τρομερό. Ώσπου έμαθε πόσο
Άωρη ήταν η παρουσία του στον κόσμο.

Σοφοκλής Λύμπος

(από τη Συλλογή Γουόκ,ραν)